3ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

elenfrdeitjarues

Επαμεινώνδας Χαρίλαος

 Ο Επαμεινώνδας Χαρίλαος ήταν Έλληνας τραπεζίτης του 20ού αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας το 1874. Ο πατέρας του μετοίκησε στην Αθήνα το 1879. Ο Επαμεινώνδας πήγε σχολείο στην Αθήνα και φοίτησε στο λύκειο Σιμοπούλου και στο γυμνάσιο Νεαπόλεως. Σπούδασε στην Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου, ενώ δούλευε υπάλληλος στην Τράπεζα της Βιομηχανικής Πίστεως της Ελλάδας.

Μαζί με τον Νικόλαο Κανελλόπουλο ίδρυσε το Σαπωνοποιείο και Ελαιουργείο Ελευσίνας. Το 1898 ίδρυσε την Οινοποιητική και Οινοπνευματική Εταιρία Ε.Χαρίλαος και Σια και οχτώ χρόνια αργότερα την Ελληνική Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων ΑΕ. Τα επόμενα χρόνια επεξέτεινε τις δραστηριότητες του και σε άλλους τομείς: ίδρυσε τις επιχειρήσεις ΑΕ Ψυγεία Θεσσαλονίκης και ΑΕ Ψυγεία Πειραιώς, την Οικοδομική Εταιρία Θεσσαλονίκης (1919), που έχτισε το συνοικισμό Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη ο οποίος προς τιμή του πήρε το όνομά του [1] την Τράπεζα Βιομηχανίας (1929), ίδρυσε την ΑΕ Γεωργική Εταιρία Λεσίνι που προχώρησε στην αποξήρανση του έλους Λεσίνι στον Αστακό, έγινε μέτοχος των ασφαλιστικών εταιρειών Ζωή, και Πυρ και για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, στην ίδρυση του οποίου είχε πρωτοστατήσει. Συνέβαλε στη δημιουργία προσφυγικών συνοικισμών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ως πρόεδρος του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων. Το 1943 έγινε καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών (σήμερα Πανεπιστήμιο Πειραιώς). Ήταν ο πρώτος υπουργός του νεοσυσταθέντος Υπουργείου του Επισιτισμού. Το 1986 ιδρύθηκε ποδοσφαιρική ομάδα στη περιοχή Χαριλάου στη θεσσαλονίκη που ονομάζεται "ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ". Τα χρώματα της ομάδας είναι μπορντώ και γαλάζια.

Βιομήχανος για όλες τις δουλειές...

Ο μύθος του εθνικού βιομηχάνου που ενσαρκώνει ο πολυ-επιχειρηματίας Επαμεινώνδας Χαρίλαος (1874-1947), όπως έχει περιγραφεί ήδη στην «Η», είχε αντικειμενική βάση. Πέραν από τις διακηρύξεις του ίδιου («Θέλω να γίνω βιομήχανος για το καλό του τόπου») και τις σχετικές αγιογραφικές αναφορές του Βλ. Γαβριηλίδη και των άλλων βιογράφων του κατά το Μεσοπόλεμο, ο μύθος οικοδομήθηκε με στέρεα υλικά. Καταρχήν ήταν το «φτηνό» φωτιστικό οινόπνευμα, όταν ακόμη το φωταέριο, το πετρέλαιο και ο ηλεκτρισμός δεν είχαν διαδοθεί ευρέως. Πράγματι, η διάθεσή του γινόταν σε σχετικά πολύ χαμηλή τιμή. Η αιτία, όμως, ήταν ότι υπαγόταν ως είδος εν ανεπαρκεία σε κρατική διατίμηση. Επιπλέον, όπως και σε όλα τα άλλα είδη πρώτης ανάγκης, που βρίσκονταν σταθερά ή περιοδικά στο ίδιο καθεστώς, οι τιμές που καθορίζονταν πάντα άφηναν περιθώριο λογικού κέρδους στους επιχειρηματίες και εμπόρους. Απλώς τα κέρδη δεν ήταν «τρελά», όπως σε άλλα καταναλωτικά είδη...

Η σχετική μυθολογία ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου και ειδικά κατά την περίοδο του αποκλεισμού από τους Αγγλογάλλους. Το ίδιο διάστημα την εικόνα του εθνικού βιομηχάνου ενίσχυε και η παραγωγή υποκατάστατων ζάχαρης. Η Ελληνική Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων διέθετε στην αγορά τη «σταφιδίνη» (λευκή και σκουρόχρωμη), κι έτσι αντιμετωπιζόταν η παντελής έλλειψη ζάχαρης. Η σταφιδίνη κατασκευαζόταν από συμπυκνωμένο μούστο σε ειδικά μηχανήματα και είχε 72% περιεκτικότητα σε ζάχαρο. Γι αυτά, όπως και για το οινόπνευμα, η ΕΟΟΟ χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη όχι μόνο σταφίδα, αλλά αργότερα χαρούπια από την Κρήτη, σύκα από την Καλαμάτα...

Υπηρεσίες
Σε αυτές «τας εξόχους κοινωνικάς υπηρεσίας», την ίδια περίοδο θα προστεθεί και μια άλλη. Την περίοδο του εθνικού διχασμού, συμμετέχοντας στη βασιλική κυβέρνηση Λάμπρου (1916-17), ο Χαρίλαος «προσφέρει πολυτίμους υπηρεσίας εις το έθνος διά την διατροφήν του λαού εκείνας τας τραγικάς ημέρας». Ιδού περί τίνος πρόκειται: η κυβέρνηση των Αθηνών την περίοδο αποκορύφωσης του εθνικού διχασμού έχει καταδικάσει σε πείνα τη χώρα, προκαλώντας το συμμαχικό αποκλεισμό (σε αυτόν δεν είναι άμοιρη και η βενιζελική ηγεσία). Ο Επ. Χαρίλαος ως υπουργός Επισιτισμού και Αυταρκείας προσπαθεί ν αντιμετωπίσει την κατάσταση. Διαθέτει ακόμη και τα μεταφορικά μέσα των εταιρειών του για τον εφοδιασμό του πληθυσμού με τρόφιμα.

Ετσι, αντί να «στιγματιστεί», έχοντας μερίδιο ευθύνης, με τη συμμετοχή του σε μια εθνικώς καταστροφική κυβέρνηση, αποκτά «φωτοστέφανο»! Με την οπτική αυτή είναι καταχωρημένη και η δράση του στο Πανελλήνιο Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος: «Ωφέλησε τα μέγιστα κατά κατά την εποχήν του αποκλεισμού, διότι υπήρξεν ο πρωτεργάτης της ιδρύσεως των οικονομικών συσσιτίων καθ όλην την Ελλάδα, διά δε των φροντίδων του εσώθη πλήθος πτωχού κόσμου, το οποίον ασφαλώς θα απέθνησκεν μη ευρίσκον ευκόλως τα προς διατροφήν μέσα. Και τα ίδια αυτού αυτοκίνητα διέθεσεν και χρήματα εξ ιδίων εδαπάνησε προς προμήθειαν, και μεταφορά οσπρίων εκ Θεσσαλίας...» Αλλη μια πηγή άντλησης υλικού για τον μύθο του Χαρίλαου σχετίζεται με τη λαϊκή στέγη. Το όνομά του, άλλωστε, διαιωνίστηκε ακριβώς για τον λόγο αυτό (σε δρόμους και στον ομώνυμο συνοικισμό της Θεσσαλονίκης).

Κατασκευές
Το 1919, διαπιστώνοντας, όπως οι περισσότεροι κεφαλαιούχοι, ότι ανοίγονταν μεγάλα πεδία κερδοφορίας στον κατασκευαστικό τομέα, ίδρυσε την «Πρώτη Οικοδομική Εταιρεία Θεσσαλονίκης». Σκοπός της ήταν η κατασκευή ή μετασκευή κατοικιών για πώληση ή ενοικίαση. Δεν ενδιαφέρει εδώ η ανάμειξή της στα σχέδια για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης πόλης, μετά τη πυρκαγιά του 1917, αλλά ο «συνοικισμός Χαριλάου». Γράφει ο Δ. Τσούγκος σχετικά: «Ανευ της συνδρομής του Κράτους εκτίσθη ο Συνοικισμός Χαριλάου, αποτελούμενος από 400 σπίτια, πάρκα δενδροφυτεύσεις κτλ. Ετσι κατόρθωσαν οι τροχιοδρομικοί υπάλληλοι ν αποκτήσουν σπίτια, τα οποία, εν συνδυασμώ με μίαν ασφάλειαν ζωής και μίαν αρωγήν της εταιρείας των, ν αποπληρωθούν εις μικράς μηνιαίας δόσεις εντός δώδεκα ετών».

Κατά το Βιογραφικό Λεξικό Βοβολίνη «Το έργον τούτο προέκυπτεν ως υψίστη κοινωνική ανάγκη, λόγω του στεγαστικού προβλήματος, το οποίον εδημιουργήθη εν Θεσσαλονίκη το 1917 μετά την καταστρεπτική πυρκαϊάν της πόλεως... Αι οικίαι αύται παρεχωρήθησαν, κυρίως, εις τροχιοδρομικούς υπαλλήλους και πρόσφυγες έναντι μικρού ενοικίου». Η οικοδόμηση της συνοικίας έγινε με τη συμμετοχή της «Τραπέζης Βιομηχανίας» (ιδιοκτησίας επίσης του Χαρίλαου) και άρχισε με την αγορά και μετασκευή του εκεί γαλλικού νοσοκομειακού συγκροτήματος. Οι τροχιοδρομικοί ήταν οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους και το τραμ Θεσσαλονίκης (λειτουργούσε ως το 1954, όταν ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής αφαίρεσε συμβολικά μια ράγα της γραμμής μπροστά από τον Λευκό Πύργο). Οσο για την ασφάλεια ζωής αυτή γινόταν στην ασφαλιστική εταιρεία «Πρώτη», που εκείνο το διάστημα είχε ιδρύσει, επίσης, ο Χαρίλαος ( η «Πρώτη» ήταν μία από τις επιχειρήσεις του που ναυάγησαν). Φαίνεται ότι η δημιουργία του συνοικισμού σχετιζόταν τόσο με τα σχέδια για ευρύτερη συμμετοχή στην ανοικοδόμηση και την οικονομία της Θεσσαλονίκης (ίδρυσε εκεί και την εταιρεία «Ψυγεία-Παγοποιεία Α.Ε.»), αλλά επιπλέον τα σχέδιά του για τους σιδηροδρόμους στη Μακεδονία.

Σιδηρόδρομοι
Τα μεγαλεπήβολα μάλλον σχέδια για τους σιδηροδρόμους επιχειρήθηκε να υλοποιηθούν μέσω της εταιρείας «Τοπικοί Σιδηρόδρομοι Μακεδονίας». Ιδρύθηκε με κύριο μέτοχο τον Χαρίλαο και ξεκίνησε τη δραστηριότητά της με το γνωστό στην εποχή του «τρένο της Καρατζόβα». Κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αγγλογάλλοι, ανάμεσα στ άλλα συγκοινωνιακά έργα, είχαν κατασκευάσει και τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Σκύδρας και Αριδαίας. Διαμορφώθηκε τελικά ένα τοπικό δίκτυο μήκους 42 χιλιομέτρων. Μετά τη λήξη του πολέμου περιήλθε στο κράτος, το οποίο και ανέθεσε την εκμετάλλευσή του στην εταιρεία του Χαρίλαου (1923). Η συμπλήρωση, η επέκταση της γραμμής, όπως και τα άλλα σιδηροδρομικά σχέδια ναυάγησαν λόγω «στενότητας κεφαλαίων». Στο μεταξύ και το σιδηροδρομικό δίκτυο γενικώς στη χώρα είχε «απαξιωθεί», εξαιτίας κυρίως της εισβολής του αυτοκινήτου. Το «τρένο της Καρατζόβα» σταμάτησε να σφυρίζει το 1936 (ακόμη μέχρι σήμερα διατηρούνται ορισμένοι κτίρια-σταθμοί του). Υστερα από μια παρατεταμένη απεργία των σιδηροδρομικών, η εταιρεία κήρυξε «λοκ άουτ» και βρήκε την ευκαιρία να το εγκαταλείψει. Πέρασε στο ΣΕΚ (οι Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους είχαν ιδρυθεί από το 1917), αλλά γρήγορα κρίθηκε ασύμφορη η λειτουργία του και οι γραμμές του ξηλώθηκαν...

Η γεωργική εταιρεία Λεσίνι

Εποχή, όμως, άφησε ο Χαρίλαος και με τη δράση του στο Λεσίνι Αιτωλοακαρνανίας. Το 1930 αναλαμβάνει να αποξηράνει το έλος στην περιοχή (75.000 στρέμματα) και ιδρύει την ανώνυμη εταιρεία «Γεωργική Εταιρεία Λεσίνι». Το έργο (ολοκληρώθηκε σε τέσσερα χρόνια) θεωρήθηκε «ως η πλέον επιτυχής εγγειοβελτιωτική εργασία», προκαλώντας ακόμη και τον θαυμασμό ξένων τεχνικών. Ελεγαν ότι «μόνον εν Ολλανδία εγένοντο μετά τόσης επιτυχίας παρεμφερή έργα...» Τα εδάφη, που προήλθαν από την αποξήρανση, έφταναν τα 40.000 στρέμματα και σπάρθηκαν με μπαμπάκι, σιτάρι , καλαμπόκι ρύζι κτλ. Ο συνεταιρισμός ανέπτυξε πολύμορφη δράση, οργανώνοντας ακόμη και πειραματικούς σταθμούς για τη βελτίωση των καλλιεργειών, ενώ στην πρώην ελώδη έκταση εμφανίστηκαν δυναμικοί οικισμοί. Κατά τους βιογράφους του ο Χαρίλαος παρακολουθεί προσωπικά τα έργα, οργανώνει εποπτεύει και ελέγχει «μέχρι των τελευταίων ημερών του (Νοέμβριος 1947) μη φειδόμενος ουδ αυτής της πολυτίμου υγείας του εν βαθεί γήρατι». Κάνοντας ένα άλμα έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι το Λεσίνι αποτέλεσε και μία από τις βιτρίνες της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή για τις εκλογές του 1958: «Ηδη σήμερον το όραμα του Επαμεινώνδα Χαριλάου επραγματοποιήθη και διά της γενομένης απαλλοτριώσεως του κτήματος Λεσίνι υπό του κράτους, υπέρ χιλιάδων ακτημόνων καλλιεργητών».

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώην υπουργός Οικονομικών του Μεσοπολέμου Γ. Κοφινάς, εξαίροντας τις εθνικές υπηρεσίες του Χαρίλαου, σημειώνει: «Διείδεν... ότι η Ελλάς έχει έδαφος ικανόν προς περαιτέρω γονιμοποίησιν, και υπέροχον διά την καλλιέργειάν του λαόν και ότι τα δύο ταύτα πολύτιμα στοιχεία, καταλλήλως διαχειριζόμενα, δύνανται να καταστήσωσι την πολυαγαπημένη του γην της Ελλάδος αποδωτικοτέραν, γονιμωτέραν, πλουσιωτέραν, ανταξίαν του περιουσίου λαού της...» Ρητορικά και επικήδεια όλα αυτά, αλλά έτσι αντιμετωπιζόταν μια φορά κι έναν καιρό ο Χαρίλαος...

Εθνικό πεδίο δράσης και η γεωργία

 Αλλο εθνικό πεδίο δράσης για τον Χαρίλαο, πέραν της βιομηχανίας και του εμπορίου, ήταν η γεωργία. Ανεξαρτήτως της οινοπαραγωγής, των οινοποιητικών συνεταιρισμών και των συναφών δραστηριοτήτων, όπως έχουμε δει, κι εδώ επιχείρησε να συνδυάσει την επιχειρηματικότητά του με το «γενικό καλό». Κατά τους υμνητές του «οραματίζεται πάντοτε την μητέραν γην, πώς μπορεί να την εξυγιάνη, να την γονιμοποιήση, πώς να δώση εις τον ελληνικόν λαόν αφθονώτερα τα μέσα της διατροφής του εκ του ιδικού του εδάφους, πώς να περιορίση, όσον το δυνατόν, την διατροφήν του εκ προϊόντων παραγομένων εκ του εξωτερικού. Πεπεισμένος εκ των μελετών και των μακρών ειδικών παρατηρήσεών του ότι η Ελλάς, διά της αξιοποιήσεως, εξυγιάνσεως και γονιμοποιήσεως των χέρσων και αγόνων εδαφών και της βελτιώσεως της καλλιεργείας, διά των χρησιμοποιουμένων ιδίως προς παραγωγήν δημητριακών μεθόδων, δύναται να καταστή αυτάρκης περί την κατανάλωσιν αυτών...»

«Οραματίζεται», εν προκειμένω, ως επιχειρηματίας. Ετσι, ανάμεσα στ άλλα, αναλαμβάνει να εκμεταλλευτεί το πρώην τουρκικό τσιφλίκι Βαθύλακκος (Κετσιλέρ) στη Δ. Μακεδονία. Επιχειρεί να εφαρμόσει εκεί πρότυπους τρόπους καλλιέργειας. Το εγχείρημα εγκαταλείπεται γρήγορα και η έκταση απαλλοτριώνεται. Συναφής ήταν και η συμβολή του στην ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας. Οταν άρχισε να λειτουργεί, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου (το 1929), ο Χαρίλαος είναι μέλος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου κι ένας απ αυτούς που υπογράφουν τις βασικές αρχές και τους σκοπούς της ΑΤΕ.

Η εταιρεία οίνων με τα μάτια των εργαζομένων
«Τα μεγάλα βαρέλια εμείς τα λέγαμε μπόμπες...»
«Και ήρθαν τα χρόνια της Κατοχής, μαύρα χρόνια σκλαβιάς. Το εργοστάσιο το επιτάξανε οι Γερμανοί, για να βγάλουν κρασί για τον στρατό τους...»

Εχουμε δει ως τώρα μερικές από τις επιχειρήσεις του Επ. Χαρίλαου από την επιχειρηματική σκοπιά. Εχει, όμως, τη σημασία του να δούμε τη μεγαλύτερη από αυτές, δηλαδή την «Εταιρεία Οίνων και Οινοπενευμάτων», με τα μάτια των εργαζομένων σε αυτή. Η μαρτυρία ανήκει στον Ι. Δημητρόπουλο (συνταξιούχο σήμερα) και περιέχεται σε πρόσφατη πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση του δήμου Ελευσίνας «Βιομηχανικές αναμνήσεις» (επιμέλεια Γ. Καλομενίδη, Λ. Παρασκευαϊδη και Γ. Τσουκαλά).

Πρόσφυγες
«Οταν έγινε η καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922, εργαζόμενοι ήταν πάρα πολλοί Μικρασιάτες, οι οποίοι δούλεψαν γενναία, παλικαρίσια με φιλότιμο, για να βγάλουν το ψωμί της οικογένειάς τους. Το ωράριο εργασίας ήταν 08:00-12:00 και 13:00-17:00, και για να αρχίσει το πρωί η δουλειά σφύριζε η σφυρίχτρα του εργοστασίου. Ηταν το ρολόι του εργάτη... Το προσωπικό (εργάτες, υπάλληλοι) δούλευαν όλη την εβδομάδα: Δευτέρα έως Σάββατο. Αδειες καλοκαιρινές δεν υπήρχαν. Επιδόματα αδείας για το καλοκαίρι, ήταν άγνωστα! Και εάν αναφερθώ και στα πρώτα χρόνια του 1920 έως 1936, δεν υπήρχε οκτάωρο: από το πρωί μέχρι το σούρουπο εργαζόταν το προσωπικό! Το εργοστάσιο είχε τμήματα βαρελοποιείου: έφερνε ντούγιες από καστανιά ή από δρυ, και οι τεχνίτες τις έκαναν βαρέλια, συνήθως μεγάλα (τετρακοσίων, πεντακοσίων κιλών). Εμείς τις λέγαμε μπόμπες... Επίσης, υπήρχε το τμήμα εκσακχαρώσεως: το βασικότερο τμήμα του εργοστασίου. Δηλαδή, έπεφτε η σταφίδα στις δεξαμενές, έπεφταν μέσα καυτά νερά, και ο πολτός αυτός με τους ατμούς που δημιουργούνταν και με ιδιαίτερη επεξεργασία, πήγαινε στο διυλιστήριο για να αποσταχθεί και να βγει το οινόπνευμα... Οταν από τη σταφίδα έπαιρναν αυτό που ήθελαν, ο φλοιός πλέον, με βαγονέτα, έβγαινε έξω από το εργοστάσιο για να σαπίσει τελείως. Αυτό το μέρος ήταν κάτω από τα Αρχαία, η δε τοποθεσία εκεί των σπιτιών λεγόταν «Στη Σταφίδα». Στο θερμαστήριο δούλευαν θερμαστές και βοηθοί, που μετέφεραν με βαγονέτα κάρβουνο από τις αποθήκες για να βράζουν τα νερά για την επεξεργασία της σταφίδας.

«Κολώνα»
Το Διυλιστήριο το λέγανε «Κολώνα», λόγω των μηχανημάτων αποστάξεως που είχαν ύψος περίπου 30 μέτρων! Το οινόπνευμα, αφού έφευγε πλέον από το διυλιστήριο - Κολώνα πήγαινε στην αποθήκη οινοπνεύματος, τις δεξαμενές, που ήταν σφραγισμένες από το Γενικό Χημείο του Κράτους, διότι το οινόπνευμα είχε κρατική φορολογία, και έπρεπε να ελεγχθεί σε τι ποσότητα παράγεται... Και ήρθαν τα χρόνια της Κατοχής, μαύρα χρόνια σκλαβιάς. Το εργοστάσιο το επιτάξανε οι Γερμανοί, για να βγάλουν κρασί για τον στρατό τους...

Μπίρα...
Το εργοστάσιο μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να ξαναζωντανέψει. Εν τω μεταξύ, έγιναν καινούριες βιομηχανίες και βιοτεχνίες, με πιο σύγχρονα μηχανήματα. Το βιομηχανικό κρασί αντικαταστάθηκε από την μπίρα χωριά με παράδοση κρασιού έπιναν μπίρα. Εγιναν βιοτεχνίες κατά τόπους παραγωγής της Ελλάδας, με πολύ μικρότερο κόστος, με λιγότερο προσωπικό... Ωσπου κάποια στιγμή, το εργοστάσιο έμεινε με την παραγωγή λίγου οινοπνεύματος, που και αυτό σιγά σιγά μειωνόταν και γύρω στο 1980-1981 αναγκάστηκε να σταματήσει...»