3ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

elenfrdeitjarues

Δημήτριος Βούλγαρης

Ο Δημήτριος Βούλγαρης (Ύδρα, 20 Δεκεμβρίου 1802 - Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός (1855-57, 1862-63 (επαναστατική), 1863-64, 1865, 1866, 1868-69, 1871-72 και 1874-75) σε διάστημα μίας 20ετίας και για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς μπέρτας/μανδύα που συνήθιζε να φορά. Γεννήθηκε στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και ήταν γιος του Μπέη της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη. Ο τελευταίος πέθανε όταν ο Δημήτριος Βούλγαρης ήταν δέκα χρονών με αποτέλεσμα να αναλάβουν την επιμέλειά του οι επίτροποι που ορίζονταν από τη διαθήκη του πατέρα του μεταξύ των οποίων ήταν και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Κατά τα εφηβικά χρόνια παρακολούθησε μαθήματα από τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Άνθιμο Γαζή. Σε ηλικία μόλις 19 χρονών εξελέγη πρόκριτος της Ύδρας (1821).

Πολιτική σταδιοδρομία

Το 1825 εξελέγη πληρεξούσιος για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 για την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους ως πληρεξούσιος Ύδρας. Κατά την καποδιστριακή εποχή συντάχθηκε με τους αντικαποδιστριακούς τηρώντας σκληρή αντιπολιτευτική στάση και λαμβάνοντας μέρος στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας ως εκλεγμένος δημογέροντας.

Το 1832 διορίστηκε υπουργός ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα ορκίστηκε υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855 ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση, στην οποία και κράτησε για τον εαυτό του το υπουργείο εσωτερικών. Η κυβέρνηση τελικώς παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα ύστερα από προσωπική σύγκρουση Βασιλιά - Βούλγαρη και ενώ πριν 13 μήνες είχε κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή κατά τις Εκλογές του 1856 που διεξήγαγε.

Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Παράλληλα γίνεται αρχηγός της παράταξης των Πεδινών και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμφύλια διαμάχη των Ιουλιανών. Τον Φεβρουάριο, μετά τα Φεβρουαριανά παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματίσει πάλι κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866 διορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία. Στις εκλογές που ακολούθησαν βγήκε νικητής ύστερα από παρερμηνεία σχετικού άρθρου του συντάγματος.
Έτσι το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη, o Χαρίλαος Τρικούπης έγραψε στην εφημερίδα "Καιροί" ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξ αιτίας των Λαυρεωτικών, είχε χρήσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλιάς, προκειμένου ν' αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με συνεχείς επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη λιγότερη μειοψηφία.

Τον δε Μάρτιο του 1875 ο Δ. Βούλγαρης διέπραξε εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή, γεγονότα που έχουν μείνει στην ιστορία ως με την ονομασία Στηλιτικά. Τελικά με παρέμβαση του Βασιλιά και προ της απειλής του για παραίτηση εκ του θρόνου ακόμα και των ανήλικων τέκνων του ο Δ. Βούλγαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Χαρ. Τρικούπη. Αλλά και ο τελευταίος λαμβάνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία όπου και παραιτήθηκε υπέρ του Κουμουνδούρου.

Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης Κουμουνδούρου ήταν η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο, για έγκλημα σιμωνίας δύο υπουργών του Δ. Βούλγαρη και η καταδίκη τους σε φυλάκιση 1-2 έτη, τα λεγόμενα Σιμωνιακά. Αυτών ακολούθησε άλλο ειδικό δικαστήριο με παραπομπή του ίδιου του Δ. Βούλγαρη και όλων των μελών της τελευταίας κυβέρνησής του για αθέμιτες πολιτικές ενέργειες με τις οποίες στιγμάτισε αυτόν ηθικά, πλην όμως δεν καταδίκασε λόγω μη προβλεπόμενης σχετικής ποινής ή ρήτρας. Η διπλή αυτή καταδίκη, η πρώτη ποινική στον γαμβρό του, η δεύτερη ηθική προς το πρόσωπό του κατέβαλαν ψυχικά τον Δ. Βούλγαρη με συνέπεια να παραιτηθεί και της ενεργού πολιτικής σκηνής και να οδηγηθεί στον πολιτικό θάνατο, στο μαρασμό του οποίου δεν άργησε ν΄ ακολουθήσει και ο φυσικός.

Τελευταία χρόνια και οικογένεια

Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Διέμενε στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Κουντουριώτη, κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη και απέκτησε πέντε παιδιά:

Μακρινός ανιψιός του είναι ο Πέτρος Βούλγαρης.

Κριτικές για τον Βούλγαρη

Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ?ολη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό. Ήταν άνδρας ισχυρής θέλησης και υψηλής νοημοσύνης. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αλλά ήταν έμπειρος σε πολλές περιστάσεις της ζωής. Ήταν ευσυνείδητος και αυστηρός στην διοίκηση μεν, φειδωλός και τίμιος στην διαχείριση των δημοσίων δε. Ενδιαφερόταν για τους φίλους του, εκτίθονταν πολλές φορές για χάρη τους και ποτέ δεν τους θυσίαζε για χάρη των πολιτικών συμφερόντων. Και όμως, ο σιδερένιος και αξιοπρεπής αυτός χαρακτήρας, που επιβάλλονταν σε όλους και έμπνεε σεβασμό, είχε το μειονέκτημα της ισχυρογνωμοσύνης και του εγωισμού, μέχρι του σημείου να γίνεται δεσποτικός και τυραννικός. Ήταν τολμηρός και αποφασιστικός στις πράξεις του. Το 1874 προέβη μέχρι και σε πραξικόπημα κατά του πολιτεύματος. Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση "άστε ντούα" (Έτσι θέλω στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του.